Η ΑΝΟΔΟΣ ΤΗΣ ΑΚΡΟΔΕΞΙΑΣ ΣΤΗΝ ΑΥΣΤΡΙΑ ΣΤΟΝ ΜΕΣΟΠΟΛΕΜΟ ΚΑΙ ΣΗΜΕΡΑ








 Γράφει ο ΑΛΩΠΗΞ
6-6-2016
Στις 21 Οκτωβρίου του 1918, αμέσως μετά την ήττα της Αυστροουγγαρίας και της συμμάχου της Γερμανίας στον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο, τα εκλεγμένα γερμανόφωνα μέλη της βουλής της αυτοκρατορικής Αυστρίας, της Ράιχρατ, συναντήθηκαν στην Βιέννη ως εθνική συνέλευση για τη Γερμανική Αυστρία, και στις 30 του ίδιου μήνα ίδρυσαν το κράτος της Γερμανικής Αυστρίας με το διορισμό της κυβέρνησης, γνωστής ως Στάατσρατ.
 Η νέα αυτή κυβέρνηση κάλεσε τον αυτοκράτορα να συμμετέχει στη συμφωνία ανακωχής με την Ιταλία, αν και παραχώρησε τελικά την ευθύνη για το τέλος του πολέμου στον αυτοκράτορα και την δική του κυβέρνηση. Η Συνθήκη του Αγίου Γερμανού (ανάμεσα στους νικητές Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου και την Αυστρία) και η Συνθήκη του Τριανόν (ανάμεσα στους νικητές και την Ουγγαρία) ρύθμισαν την διάδοχη κατάσταση της Αυστροουγγαρίας.
 Στις 11 Νοεμβρίου, ο τελευταίος Αψβούργος αυτοκράτορας (βασιλιάς για την Ουγγαρία), Κάρολος Α΄, με την συμβουλή υπουργών της νέας και της παλιάς κυβέρνησης, δήλωσε ότι δε θα συμμετάσχει πια στην πολιτική (αλλά δεν αποκήρυξε τα δικαιώματά του στον θρόνο) και ανακοίνωσε  την οριστική παραίτησή του από τις κρατικές υποθέσεις και στις 12 Νοεμβρίου, και την ίδια μέρα έφυγε για την Ελβετία. Αυτό ήταν το οριστικό τέλος της Αυτοκρατορίας της Ουγγαρίας. Η Γερμανική Αυστρία ανακηρύχθηκε με νόμο ως δημοκρατικό κράτος και μέλος της νέας Γερμανικής Δημοκρατίας.


Το σύνταγμα, που μετονόμαζε την κυβέρνηση σε Μπουντεσρεγκίρουνγκ (ομοσπονδιακή κυβέρνηση) και το κοινοβούλιο σε Νατσιονάλρατ (εθνική συνέλευση), ψηφίστηκε στις 10 Νοεμβρίου του 1920. Το Νοέμβριο, τόσο στην Αυστρία όσο και στην Ουγγαρία ανακηρύχθηκαν δημοκρατίες.
Με την Συνθήκη του Αγίου Γερμανού το 1919, και για την Ουγγαρία με την Συνθήκη του Τριανόν το 1920, όπως προαναφέρθηκε, επιβεβαιώθηκε και καθιερώθηκε η νέα πολιτική κατάσταση στην κεντρική Ευρώπη, με την παράλληλη δημιουργία νέων κρατών και τις αλλαγές συνόρων. Παρόλα αυτά, περισσότεροι από 3 εκατομμύρια γερμανόφωνοι Αυστριακοί βρέθηκαν εκτός των συνόρων της νέας Αυστρίας, στα νεοσύστατα επίσης κράτη της Τσεχοσλοβακίας, της Γιουγκοσλαβίας, της Ουγγαρίας και της Ιταλίας.
Μεταξύ του 1918 και του 1919, η Αυστρία ήταν επίσημα γνωστή ως το Κράτος της Γερμανικής Αυστρίας. Οι δυνάμεις της Αντάντ δεν επέτρεψαν την ένωσή της με τη Γερμανία, αλλά αγνόησαν πλήρως και το όνομα Γερμανική Αυστρία στις συνθήκες ειρήνης που υπογράφησαν. Συνεπώς, στα τέλη του 1918, το όνομα άλλαξε σε Κράτος της Αυστρίας.
Μετά τον πόλεμο ο πληθωρισμός συνέβαλε στην υποτίμηση της κορώνας, που ήταν ακόμα το νόμισμα της Αυστρίας. Το φθινόπωρο του 1922, η Αυστρία έλαβε ένα διεθνές δάνειο υπό την εποπτεία της Κοινωνίας των Εθνών, με στόχο να αποφύγει τη χρεωκοπία και να σταθεροποιήσει το νόμισμά της βελτιώνοντας την οικονομία της. Με τη σύναψη του δανείου όμως, το κράτος έχασε μέρος της ανεξαρτησίας του στα οικονομικά θέματα, και το 1925 το νόμισμα αντικαταστάθηκε από το σελίνι, το οποίο αργότερα αναφερόταν και ως δολάριο των Άλπεων λόγω της σταθερότητάς του. Από το 1925 ως το 1929 η οικονομία απόλαυσε μία άνοδο μέχρι το παγκόσμιο κραχ.

Η πρώτη Αυστριακή δημοκρατία διήρκεσε μέχρι το 1933, όταν ανέλαβε καγκελάριος ο Ένγκελμπερτ Ντόλφους. Αυτός ως ηγετικό στέλεχος του συντηρητικού Χριστιανοκοινωνικού Κόμματος, έγινε αρχικά βουλευτής, αργότερα ανέλαβε την θέση του υπουργού Γεωργίας (το 1931) και το επόμενο έτος (το 1932) σχηματίστηκε - αφού αντιμετωπίστηκε δύσκολη κρίση - κυβέρνηση συνασπισμού, στην οποία ανέλαβε την θέση του καγκελάριου.
Αρχικά οι κινήσεις του χαρακτηρίζονταν από μετριοπάθεια, η οποία όμως σταδιακά έδινε την θέση της σε απολυταρχικές και φασιστικές αποφάσεις. Το πρωταρχικό του μέλημα ήταν η βελτίωση των οικονομικών της χώρας και, πράγματι, κατόρθωσε να πάρει δάνειο ύψους 9 εκατ. δολαρίων από την Κοινωνία των Εθνών.
Το 1933 στη Γερμανία αναλαμβάνει καγκελάριος ο Αδόλφος Χίτλερ με βλέψεις για Γερμανοαυστριακή Ένωση. Ο Ντόλφους ήταν κατά αυτής της ιδέας και γι' αυτό αναστέλλει την λειτουργία της Βουλής και την ισχύ του Συντάγματος της Αυστρίας εγκαθιδρύοντας ένα αυταρχικό καθεστώς που προσομοίαζε τον ιταλικό φασισμό.
Κατά της ένωσης Γερμανίας-Αυστρίας ήταν και η Ιταλία του Μουσολίνι. Ο Ντόλφους το εκμεταλλεύτηκε και ξεκίνησε διαδικασίες σύναψης συμμαχίας με τον Μουσολίνι, σε τέτοιον βαθμό ώστε από κάποιο σημείο και έπειτα οι υποχωρήσεις από την πλευρά της Αυστρίας ήταν συνεχείς. Το 1933, αντιδρώντας σε επεισόδια που προκάλεσαν οι ναζιστές στα σύνορα, επισκέφθηκε την Ρώμη και υπέγραψε σύμφωνο εμπορικής συνεργασίας με την Ιταλία.

Ως αντίπαλος του Χίτλερ, ο Ντόλφους έπρεπε να βγει από την μέση. Το φθινόπωρο του 1933 Αυστριακοί ναζιστές πραγματοποίησαν αποτυχημένη απόπειρα δολοφονίας κατά του Ντόλφους, ενώ παράλληλα δυνάμωναν οι φωνές διαμαρτυρίας των δημοκρατικών πολιτών, που ξέσπασαν σε ταραχές, τις οποίες ο Αυστριακός καγκελάριος κατέστειλε με την βία.
Παράλληλα την περίοδο  αυτή, τα δύο μεγάλα κόμματα της περιόδου, οι Σοσιαλδημοκράτες και οι Συντηρητικοί, είχαν παραστρατιωτικές οργανώσεις, και ξέσπασε μεταξύ τους εμφύλιος πόλεμος. Τον Φεβρουάριο του 1934, εκτελέστηκαν πολλά μέλη του στρατού των σοσιαλδημοκρατών, ενώ αρκετοί ηγέτες τους ανακηρύχτηκαν παράνομοι και φυλακίστηκαν ή εξορίστηκαν.  Την άνοιξη του 1934 ο Ντόλφους υπέγραψε τριμερές σύμφωνο με την Ιταλία και την Ουγγαρία εναντίον της Γερμανίας.
Το Μάιο του ίδιου έτους, καθιερώθηκε ένα νέο σύνταγμα, το οποίο ενίσχυε τη δύναμη του Ντόλφους.  Όμως δεν πρόλαβε να χαρεί τις νέες του εξουσίες, γιατί στις 21 Ιουνίου 1934 Γερμανοί πράκτορες κατόρθωσαν να εισβάλουν στο μέγαρο της καγκελαρίας στην Βιέννη όταν ο Ντόλφους ήταν μόνος του και τον δολοφόνησαν.
Ο διάδοχός του, Κουρτ Σούσινγκ, προσπάθησε να διατηρήσει την ανεξαρτησία της χώρας, ως ένα "καλύτερο γερμανικό κράτος", αλλά στις 12 Μαρτίου του 1938, η Αυστρία καταλήφθηκε από γερμανικά στρατεύματα, ενώ Αυστριακοί Ναζί κατέλαβαν την εξουσία. Στις 13 Μαρτίου ανακηρύχθηκε επίσημα η Άνσλους, η Ένωση, δηλαδή, της Αυστρίας με τη Γερμανία, και δύο μέρες μετά ο Χίτλερ, Αυστριακός στην καταγωγή, ανακοίνωσε την επανένωση των δύο κρατών στη Βιέννη. Με ένα οργανωμένο δημοψήφισμα η ένωση επικυρώθηκε τον Απρίλιο του 1938.

Η Αυστρία ενσωματώθηκε στο Τρίτο Ράιχ και δεν ήταν πλέον ανεξάρτητη. Η ονομασία της από τους Ναζί ήταν Όστμαρκ, μέχρι το 1942, όταν ονομάστηκε Άλπεν-Ντόναου-Ραϊχσγκάουε. Η Βιέννη καταλήφθηκε στις 13 Απριλίου του 1945 από τους Σοβιετικούς, λίγο πριν την κατάρρευση του Τρίτου Ράιχ. Μία προσωρινή κυβέρνηση με την έγκριση των Σοβιετικών, ανακοίνωσε την απόσχιση από το Ράιχ και την ανεξαρτησία της Αυστρίας στις 27 Απριλίου του 1945. Ο συνολικός αριθμός των στρατιωτών που σκοτώθηκαν στον πόλεμο ανερχόταν στις 260.000, ενώ τα θύματα του ολοκαυτώματος στην Αυστρία στις 65.000.
Όπως και η Γερμανία, η Αυστρία διαχωρίστηκε σε τέσσερις τομείς με βρετανική, γαλλική, ρωσική και αμερικανική διοίκηση, ενώ συνολικά διοικούταν από τη Συμμαχική Επιτροπή για την Αυστρία. Όπως προβλεπόταν στη Συνθήκη της Μόσχας το 1943, η αντιμετώπιση της Αυστρίας ήταν διαφορετική από τους Συμμάχους. Η Αυστριακή κυβέρνηση, αποτελούμενη από σοσιαλδημοκράτες, συντηρητικούς και κομμουνιστές, και με έδρα τη Βιέννη στο Σοβιετικό τομέα, αναγνωρίστηκε από τους δυτικούς Συμμάχους τον Οκτώβριο του 1945, αποφεύγοντας έτσι τη δημιουργία μίας δυτικής Αυστρίας.

 Γενικά, η χώρα αντιμετωπίστηκε ως ένα κράτος που είχε καταληφθεί από τη Γερμανία και απελευθερώθηκε από τους Συμμάχους. Μετά από μακροχρόνιες συνομιλίες και τον Ψυχρό πόλεμο, η Αυστρία ανέκτησε την πλήρη ανεξαρτησία της στις 15 Μαΐου του 1955 με τη Συνθήκη του Αυστριακού Κράτους που υπέγραψαν και οι τέσσερις συμμαχικές δυνάμεις. Στις 26 Οκτωβρίου του ίδιου έτους, η χώρα ανακήρυξε τη μόνιμη ουδετερότητά της, η οποία ισχύει ως και σήμερα, αν και με μικρές τροποποιήσεις για την είσοδό της στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Το πολιτικό σύστημα της δεύτερης δημοκρατίας βασίζεται στα συντάγματα του 1920 και 1925, όπως επαναδιατυπώθηκαν το 1945. Από το 1945 μονοκομματική κυβέρνηση υπήρχε μόνο το διάστημα 1966-70 και το 1970-83, ενώ όλες τις άλλες περιόδους η χώρα κυβερνιόταν από συνασπισμούς κομμάτων. Η Αυστρία έγινε μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης το 1995, ενώ από το 2008, ως μέλος της Συνθήκης Σένγκεν, η Αυστρία ελέγχει μόνο τις συνοριακές διελεύσεις με το Λίχτενσταϊν.
Στα νεότερα χρόνια στην Αυστρία υπήρξε ραγδαία αύξηση της δύναμης του ακροδεξιού κόμματος του Χάιντερ το 2000, ενώ στις μέρες μας υπάρχει και πάλι ραγδαία άνοδος της ακροδεξιάς, υπό την ηγεσία του Στράσε αυτή την φορά, και η οποία κατεβαίνει στον Β’ γύρο τις 22 Μαΐου του 2016 με μεγάλες αξιώσεις για την εκλογή προέδρου της Αυστρίας (στον Α΄ γύρο σάρωσε ο υποψήφιος της Νόρμπερτ Χόφερ με 35,1% και μια απειλητικά μεγάλη απόσταση 14 μονάδων από τον δεύτερο, τον υποψήφιο του κόμματος των Πράσινων και πρώην αρχηγό τους επί πολλά χρόνιαΑλεξάντερ Βαν Ντερ Μπέλεν, ο οποίος έλαβε 21,3%, με τον οποίο θα βρεθούν αντιμέτωποι στο δεύτερο γύρο την Κυριακή).
Παράλληλα μετά τον πρώτο γύρο των προεδρικών εκλογών, ο απερχόμενος καγκελάριος της Αυστρίας και αρχηγός των Σοσιαλδημοκρατών, Βέρνερ Φάιμαν, υπέβαλε την παραίτηση από όλα τα αξιώματά του.  Στον καγκελάριο Βέρνερ Φάιμαν ασκούνταν κριτική για στροφή του «180 μοιρών» στο προσφυγικό, για υποχωρητικότητα του απέναντι στον κυβερνητικό εταίρο, για υιοθέτηση της ρητορικής και για εφαρμογή της πολιτικής του ακροδεξιού εθνικιστικού Κόμματος των Ελευθέρων.
Σύμφωνα με τους επικριτές του Φάιμαν, οι λόγοι «εκλογικό φιάσκο»  βρίσκονται πολύ πιο βαθιά και φέρεται πως έχουν να κάνουν με τους χειρισμούς του Σοσιαλδημοκράτη καγκελάριου στο πλαίσιο του κυβέρνησης συνασπισμού και την »ενδοτικότητά» του απέναντι στον νεοφιλελεύθερο εταίρο του, Λαϊκό Κόμμα, και γενικότερα και με την παραμέληση και την απομάκρυνση του Σοσιαλδημοκρατικού Κόμματος από τις αρχές και τις αξίες της Σοσιαλδημοκρατίας, με αποτέλεσμα η Ακροδεξιά να αυτοεμφανίζεται ως κόμμα κοινωνικών διεκδικήσεων. Τον διαδέχτηκε στην καγκελαρία ο σοσιαλδημοκράτης Κερν, ο οποίος στις δηλώσεις του δεν απέκλεισε το ενδεχόμενο συνεργασίας με το Κόμμα της Ελευθερίας.
https://www.google.gr/imgres?imgurl=https%3A%2F 


Ο εθνικισμός του Κόμματος της Ελευθερίας διαμορφώθηκε  μέσα από τη ρατσιστική απαξίωση της σλαβόφωνης μειονότητας της Καρινθίας αλλά και με τη συντήρηση αλυτρωτικών διεκδικήσεων για το Νότιο Τιρόλο που, μετά το 1918, αν και πλειοψηφικά γερμανόφωνο, προσαρτήθηκε στην Ιταλία. Σε αντίθεση με τη μεταπολεμική Γερμανία, όπου η πολιτική ορθότητα, επιβεβλημένη στην αρχή από τους νικητές και υιοθετημένη από την πολιτική ελίτ, στη συνέχεια απαξίωσε τον ακραίο εθνικισμό στην Αυστρία, ο μύθος της ανάδειξής της ως κατεχόμενης χώρας-θύματος του ναζισμού την κατέστησε Μπούνκερ, μέσα στο οποίο περιφρουρήθηκε και διασώθηκε μια ακροδεξιά ταυτότητα που δεν μπορούσε να ανθήσει στην υπόλοιπη Γερμανία (http://www.ethnos.gr/giorgos_kapopoulos/).

Ολάντ και Μέρκελ περιμένουν με αγωνία τον δεύτερο γύρο της προεδρικής εκλογής στην Αυστρία την Κυριακή 22.5, όπου είναι πολύ πιθανή η νίκη του ακροδεξιού Χόφερ, που στον πρώτο γύρο ήλθε πρώτος με 35%, μια εξέλιξη που θα οδηγήσει στην καγκελαρία τον ηγέτη του ακροδεξιού Κόμματος της Ελευθερίας, Στράχε.

Για πολλούς παρατηρητές, ο Νόρμπερτ Χόφερ εκπροσωπεί την γνωστή πολιτική του κόμματος του, την ξενοφοβική, ρατσιστική, προηγουμένως αντισημιτική και τώρα ισλαμοφοβική στάση του, την ακραία πολιτική απέναντι στους πρόσφυγες και τους «λαθρομετανάστες», όπως τους αποκαλεί, προβάλλοντας απαίτηση για ύψωση φρακτών και δημιουργία ενός «Φρουρίου Ευρώπη», μέχρι την άρνηση της ύπαρξης αυστριακού έθνους και προάσπισης ενός γερμανοεθνικισμού.

Ο ίδιος στη διάρκεια της προεκλογικής του εκστρατείας έχει προειδοποιήσει ότι «θα εκπλαγείτε με όσα έχετε ακόμη να δείτε» (σ.σ. σε περίπτωση νίκης του), ενώ δήλωσε επίσης ότι δεν θα δίσταζε να προχωρήσει σε «προεδρικό πραξικόπημα» για να «απολύσει» μια κυβέρνηση που δεν θα είναι της αρεσκείας του. Προκάλεσε αλγεινές εντυπώσεις τις οποίες τελευταία προσπάθησε να διασκεδάσει, επαναλαμβάνοντας ωστόσο πως δεν πρόκειται να παρεκκλίνει "ούτε χιλιοστό" από την πολιτική των Ελευθέρων.



Όποια κι αν είναι η έκβαση της αναμέτρησης, θα είναι η πρώτη φορά που ο μελλοντικός πρόεδρος της χώρας δεν θα προέρχεται από ένα εκ των δύο κομμάτων που κυβερνούσαν μεταπολεμικά στην Αυστρία, το Σοσιαλδημοκρατικό και το συντηρητικό Λαϊκό, και επιπλέον μπορεί τελικά να είναι και η πρώτη φορά που ο μελλοντικός κάτοχος του ύπατου αξιώματος στη χώρα θα είναι στέλεχος του ακροδεξιού εθνικιστικού Κόμματος των Ελευθέρων, του μεγαλύτερου της αντιπολίτευσης, το οποίο εμφανίζεται ήδη σε όλες τις δημοσκοπήσεις των τελευταίων μηνών ως η πρώτη πλέον πολιτική δύναμη στην χώρα με ποσοστό άνω του 33%.
Από το Σοσιαλδημοκρατικό (πρώην Σοσιαλιστικό) Κόμμα προέρχονταν όλοι οι πρόεδροι της Αυστρίας από το 1918 μέχρι και το 1986, όταν «έσπασε» η παράδοση με την εκλογή στο προεδρικό αξίωμα του συντηρητικού και αμφιλεγόμενου, εξαιτίας του πιθανολογούμενου ναζιστικού παρελθόντος του, πρώην Γενικού Γραμματέα του ΟΗΕ Κουρτ Βάλντχαιμ.
Τον Κουρτ Βάλντχαιμ διαδέχθηκε το 1992 ο επίσης συντηρητικός Τόμας Κλέστιλ, ο οποίος επανεξελέγη το 1998, για να ακολουθήσει κατόπιν, με τις εκλογικές του νίκες το 2004 και το 2010, ο σημερινός ομοσπονδιακός πρόεδρος, ο Σοσιαλδημοκράτης Χάιντς Φίσερ.
Ενώσω συμβαίνουν αυτά τα γεγονότα στην Αυστρία,  ο Χάιντς-Κρίστιαν Στράχε, ο αρχηγός του ακροδεξιού εθνικιστικού Κόμματος των Ελευθέρων ζήτησε δημοψήφισμα για την επανένωση του Τιρόλου (του αυστριακού ομόσπονδου κρατιδίου του Τιρόλου με την περιφέρεια του Νοτίου Τιρόλου στην Ιταλία).

Ο Χάιντς-Κρίστιαν Στράχε αναφέρει πως στο Τιρόλο πρέπει να δοθεί η δυνατότητα για αυτοδιάθεση και για να μπορεί να αποφασίζει ελεύθερα στο μέλλον, τονίζοντας ο ίδιος χαρακτηριστικά: «θέλω να επουλώσω την υπάρχουσα πληγή και να δώσω στο Τιρόλο την ευκαιρία να επανενωθεί».



Το Τιρόλο αποτέλεσε θέατρο άγριων μαχών και πολέμου χαρακωμάτων ανάμεσα στις δυνάμεις της Αυστροουγγαρίας και της Ιταλίας κατά τον Α' Παγκόσμιο Πόλεμο και με την τελική ήττα της Αυστροουγγαρίας το Τιρόλο διχοτομήθηκε με τη Συνθήκη του Αγίου Γερμανού και το νότιο τμήμα δόθηκε στην Ιταλία, αποτελώντας έως σήμερα την Περιφέρεια του Τρεντίνο-'Αλτο 'Αντιτζε, γνωστή και ως Νότιο Τιρόλο.
Στην ίδια συνέντευξή του, ο αρχηγός των Ελευθέρων σημειώνει πως οι συνοριακοί έλεγχοι της Αυστρίας στο Πέρασμα Μπρένερ στα αυστρο-ιταλικά σύνορα αποτελούν μία «λύση ανάγκης» και επισημαίνει πως «όποιος στην Ευρώπη δεν προστατεύει κατάλληλα τα εξωτερικά σύνορα της Ευρωπαϊκής Ένωσης και εσείς οι Ιταλοί συνεχίζετε να αφήνετε να εισέρχονται μετανάστες, σαν να ήσασταν κρατικοί διακινητές, τότε κάτι δεν πάει καλά».
Στη συνέχεια ο Χάιντς-Κρίστιαν Στράχε κατηγορώντας τον Ιταλό πρωθυπουργό Ματέο Ρέντσι ότι «δεν κάνει τίποτε άλλο από το να προσκαλεί τους μετανάστες, ακριβώς όπως η Γερμανίδα καγκελάριος Ανγκελα Μέρκελ», τονίζει πως η Αυστρία πρέπει να προστατεύσει τον εαυτό της.
Ο ίδιος προειδοποιεί για ένα «κοινωνικό ρομαντισμό και μία πολιτική καλωσορίσματος», σημειώνοντας πως οι πρόσφυγες που καταφθάνουν δεν είναι μορφωμένοι, «όπως συχνά αναφέρεται», αλλά ανάμεσά τους υπάρχουν πολλοί αναλφάβητοι και «υπάρχουν πολλοί τρομοκράτες που αναμιγνύονται μεταξύ των προσφύγων, όπως αποδεικνύουν οι επιθέσεις στην Ευρώπη», και το δικό του κόμμα αγωνίζεται κατά της «ισλαμοποίησης» της Ευρώπης.
Ο αρχηγός του ακροδεξιού εθνικιστικού Κόμματος των Ελευθέρων δηλώνει στη συνέντευξη «πεπεισμένος» για τη νίκη του υποψηφίου του, του Νόρμπερτ Χόφερ, στο δεύτερο γύρο των αυστριακών προεδρικών εκλογών της 22ας Μαίου. Όπως διατείνεται ο Χάιντς-Κρίστιαν Στράχε, «βρισκόμαστε μπροστά σε μία αλλαγή, μπροστά σε μία νέα πολιτική εποχή, αυτό το πεπαλαιωμένο σύστημα των δύο κομμάτων (το Σοσιαλδημοκρατικό και συντηρητικό Λαϊκό) τελειώνει και αυτό το χρωστάμε στην εξέχουσα προσωπικότητα του υποψηφίου μας, του Νόρμπερτ Χόφερ, ο οποίος θα είναι ο υπερασπιστής των συμφερόντων του αυστριακού λαού».

Αυτή η κατάσταση σε συνδυασμό με ένα επικείμενο Brexit (το οποίο μπορεί να τροφοδοτήσει σημαντικά η πιθανή εκλογή του Χόφερ), μπορεί να οδηγήσει στην ταχεία διάλυση της ΕΕ. Ούτως ή άλλως, ανεξαρτήτως αποτελέσματος, το Brexit προκαλεί ήδη ντόμινο στην ηπειρωτική Ευρώπη: Σε δημοσκόπηση που διεξήχθη στο Βέλγιο, στη Γαλλία, τη Γερμανία, την Ουγγαρία, την Ιταλία, την Πολωνία, την Ισπανία και τη Σουηδία το 45% των ερωτηθέντων θα ήθελε δημοψήφισμα για την παραμονή ή όχι της χώρας τους στην ΕΕ.
Η δυνητική ψήφος υπέρ της αποχώρησης από την ΕΕ έχει ως κορυφή το 48% στην Ιταλία και το 41% στη Γαλλία, για να συρρικνωθεί στο 26% στην Ισπανία και στο 22% στην Πολωνία. Με άλλα λόγια, μια νίκη της ψήφου για παραμονή της Βρετανίας στην ΕΕ με μικρή διαφορά αποσοβεί μεν ένα ανεξέλεγκτο ντόμινο άμεσης αποσταθεροποίησης, αλλά δεν κλείνει το θέμα. Η περίπτωση της Ιταλίας είναι εμβληματική, καθώς η πορεία της ΕΕ και της Ευρωζώνης μετά την κρίση του 2008 απ' ό,τι φαίνεται έχει ξυπνήσει τραυματικές ιστορικές μνήμες στη χώρα, με την ευρωπαϊκή ολοκλήρωση να προβάλλει πλέον για περίπου το 50% των ψηφοφόρων ως διαψευσμένη προσδοκία (http://www.ethnos.gr/giorgos_kapopoulos/).
Βλέπουμε λοιπόν πως στις μέρες μας, η Αυστρία για ακόμα μία φορά,  αποκαθιστά την ιστορική της παράδοση, κατά την οποία είναι το λίκνο όλων των ακραίων εθνικιστικών ρευμάτων που στην συνέχεια εξαπλώνονταν στην Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη σαν να είναι μία παρεμφερής επανάληψη της περιόδου του Μεσοπολέμου.

 Ήδη είναι πολύ πιθανή η άνοδος ενός ακροδεξιού ηγέτη στην ηγεσία της Αυστρίας, για πρώτη φορά από την περίοδο του Μεσοπολέμου. Και πραγματικά ακόμα και ιστορικά ο Ντόλφους έγινε καγκελάριος ένα έτος πριν τον Χίτλερ, ενώ θα πρέπει παράλληλα να ειπωθεί, πως ήδη και στην Γερμανία το ακροδεξιό κόμμα της Εναλλακτικής για την Γερμανία έχει κιόλας φτάσει στο 15%.
Και φαίνεται για άλλη μία φορά πόσο αδιόρθωτοι είναι οι Αυστριακοί και γενικότερα οι Γερμανοί (Δεν είναι καθόλου περίεργο λοιπόν, που αυτός ο λαός ενέπνευσε πιθανώς και τους Ορκ του Τόλκιν (http://news247.gr/eidiseis/mixani-tou-xronou/mhxanh-toy-xronoy-ti-sxesh-exoyn-oi-germanoi-me-ta-ork-kai-oi-stratiwtes-me-ta-xompit.3322648.html)) και έτσι επιβεβαιώνεται για άλλη μία φορά το γνωστό ρητό που λέει ότι: «οι μαθητές κακών δασκάλων-ανθρώπων γίνονται στην συνέχεια δύο φορές χειρότεροι των διδασκάλων τους».

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

ΠΩΣ ΘΑ ΓΙΝΕΙ Η ΤΟΥΡΚΙΚΗ ΕΙΣΒΟΛΗ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ - ΟΙ ΑΙΤΙΕΣ ΚΑΙ ΟΙ ΠΑΡΑΓΟΝΤΕΣ ΠΟΥ ΘΑ ΚΑΘΟΡΙΣΟΥΝ ΤΟΝ ΧΡΟΝΟ ΚΑΙ ΤΟΝ ΤΡΟΠΟ ΔΙΕΞΑΓΩΓΗΣ ΤΗΣ

ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΣΥΡΙΑ Η ΕΛΛΑΔΑ-Η σημερινή κατάσταση στην Ελλάδα θυμίζει απόλυτα την πτώση του Βυζαντίου και την σταδιακή έλευση των Τούρκων